διευκολύνω

1. καθιστώ κάτι εύκολο
2. παρέχω τα μέσα ή δείχνω τον τρόπο για την ευκολότερη διεξαγωγή ενός έργου
3. βοηθώ κάποιον να αντιμετωπίσει μια δύσκολη κατάσταση προσφέροντάς του χρήματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < διά + ευκολύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1857 στον Βλάσιο Σκορδέλη].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διευκολύνω — διευκολύνω, διευκόλυνα βλ. πίν. 48 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διευκολύνω — διευκόλυνα, διευκολύνθηκα 1. βοηθώ ώστε να γίνει κάτι πιο εύκολο: Η βοήθειά σου με διευκόλυνε πολύ στο σήκωμα του μπαούλου. 2. δίνω χρήματα σε κάποιον και τον βγάζω από κάποιο αδιέξοδο: Με διευκόλυνες πολύ με την αναβολή της οφειλής μου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Liste unregelmäßiger Verben im Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben des Neugriechischen — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige Verben im Neugriechischen — sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden. Inhaltsverzeichnis 1 Vorbemerkungen und Statistik 2… …   Deutsch Wikipedia

  • Unregelmäßige neugriechische Verben — Unregelmäßige Verben im Neugriechischen sind Verben, die entweder hinsichtlich ihrer Stämme oder ihrer Endungen Besonderheiten aufweisen und nicht nach den üblichen Konjugationsregeln der neugriechischen Verben flektiert werden.… …   Deutsch Wikipedia

  • αδιευκόλυντος — η, ο [διευκολύνω] αυτός που δεν διευκολύνθηκε ή δεν βοηθήθηκε …   Dictionary of Greek

  • βοηθώ — ( άω) (AM βοηθῶ, έω, Α και βωθέω, ιων. τ.) 1. παρέχω υλική ή ηθική βοήθεια 2. προστρέχω να σώσω κάποιον, σώζω 3. ανακουφίζω ασθενή, βελτιώνω την κατάσταση του μσν. νεοελλ. διευκολύνω, ωφελώ νεοελλ. 1. ευνοώ 2. υποστηρίζω αρχ. φρ. 1. «βοηθῶ ἐπί… …   Dictionary of Greek

  • διευκόλυνση — η 1. μέσο ή τρόπος για την ευκολότερη εκτέλεση έργου 2. χρηματική βοήθεια σε κάποιον που βρίσκεται σε δύσκολη θέση. [ΕΤΥΜΟΛ. < διευκολύνω. Η λ. διευκόλυνσις μαρτυρείται από το 1815 στον Θεόκλητο Φαρμακίδη] …   Dictionary of Greek

  • εξοικονομώ — (AM ἐξοικονομῶ, έω) νεοελλ. 1. εξασφαλίζω τα αναγκαία για κάθε περίπτωση 2. διευκολύνω, βοηθώ κάποιον αρχ. 1. αφήνω στην άκρη, αποθηκεύω 2. απαλλοτριώνω, πουλώ 3. πραγματεύομαι ένα θέμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < εξ + οικο νομώ (< οικονόμος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.